"Έλα, μη με πολεμάς"

Μετά την τελευταία αναρρωτική που πήρε από την δουλειά, ήταν λίγο καλύτερα η διάθεσή της. Σηκωνόταν το πρωί πιο εύκολα, τα χάπια είχαν μειωθεί στο ελάχιστο και η καθημερινότητα άρχιζε να επανέρχεται και να βγάζει νόημα.

Έφυγε εκείνο το απόγευμα αφού έκανε και το πρώτο ντους ,μετά από 20 μέρες και έβαλε και ένα δαχτυλίδι στον δείχτη του αριστερού χεριού. Ένα μικρό ασημένιο πραματάκι που έφτανε μέχρι τον πρώτο κόμπο του δάχτυλου και σχημάτιζε ένα τετράγωνο μπροστά και κοντά στο νύχι.  Την έσφιγγε λίγο αλλά ήταν και κάπως ανακουφιστικό, σαν να της θυμίζει το σφίξιμο, πως έχει και σώμα. Κάπου πήγε, να δει μια φίλη; Δεν θυμάται... κάπου που θα γύριζε σύντομα όμως , όχι πάνω από 2 ώρες. Ήδη από την στιγμή που βγήκε απ’το  σπίτι ζαλιζόταν και στο πρώτο μισάωρο, το σφίξιμο του δαχτυλιδιού, ήταν πια σχεδόν αφόρητο γιαυτό το έβγαλε και το πέταξε στην τσάντα της.

Συνήθιζε να αφήνει κάποια φώτα ανοιχτά όταν έφευγε από το σπίτι . Συχνά και το ραδιόφωνο, σε χαμηλή ένταση, να παίζει. Της ήταν ευχάριστο που, όταν γύρναγε, άκουγε τη μουσική μπαίνοντας στο σπίτι, παρά την σιωπή και το ελαφρύ χτύπημα των ξύλων όταν θα έκλεινε την πόρτα. Ένας υπέρτονος γδούπος που σαν να έκλεινε και τον ήχο γύρω της . Και τελευταία αυτό της φαινόταν τρομαχτικό. Η ησυχία. Το ραδιόφωνο το έλυνε αυτό. Άνοιγε άφοβα την πόρτα και άφηνε τα κλειδιά στην άκρη της βιβλιοθήκης προχωρώντας προς το ράδιο . Άνοιγε λίγο την ένταση του ήχου και συνέχιζε ότι ήταν να συνεχίσει να κάνει.

Εκείνο το απόγευμα γύρισε αρκετά κουρασμένη. Ίσως να μην έπρεπε να βγει τελικά ή ίσως να πρέπει να αρχίσει σιγά-σιγά να πιέζεται να επανέλθει. Σαν φυσιοθεραπεία . Γέλασε όταν το σκέφτηκε και η κυνική της φωνή την μάλωσε που γίνεται τόσο μελοδραματική. Παρόλα αυτά , κατέληξε ότι η «φυσιοθεραπεια της καρδιάς» ίσως και να είναι απαραίτητη. Οπότε πήγε στη φίλη και γύρισε, χωρίς μεν το δαχτυλίδι που την έσφιγγε, την μέσα μπλούζα γιατί την στένευε, τα γάντια που την "τσιμπάνε" και με μια μικρή αναγούλα στο στομάχι  αλλά ταυτόχρονα και με μια ικανοποίηση ότι η πρώτη «φυσιοθεραπεία» τέλειωσε επιτυχώς.

Έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα και άνοιξε , προχώρησε παράλληλα στην βιβλιοθήκη, να φτάσει στο ράδιο.  Κάτι την ξάφνιασε στον ήχο - μάλλον δεν το είχε ξανακούσει αυτό το τραγούδι -τον άνοιξε και στάθηκε λίγο.  Το τραγούδι δεν το είχε ξανακούσει σίγουρα. Κλιμακωνόταν η ένταση μαζί με τη μουσική, τι της συνέβαινε; Πώς γίνεται; δεν μπορούσε να καταλάβει. Έκλαιγε δυνατά και με αναφιλητά. Τα γόνατα δεν την κρατάνε («μη γίνεσαι τόσο μελοδραματική-τι καραγκιοζιλίκια είναι αυτά» το άκουγε καθαρά μες στο κεφάλι της), τα γόνατα δεν την κρατάνε πραγματικά όμως, λυγίζουν. Δεν ήξερε ότι γίνεται αυτό. Νόμιζε, μέχρι τότε, ότι είναι μια μεταφορά που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να δηλώσουν τον μεγάλο πόνο. Αλλά όχι, λύγισαν τα γόνατα και έφτασε στο πάτωμα(«σήκω, τι μαλακίες είναι αυτές»). Σχεδόν με θαυμασμό παρατηρούσε τον πόνο να κλιμακώνεται μαζί με την μουσική μέσα της και στο σώμα της. Κάποια στιγμή μέχρι και η κυνική της φωνή αποσύρθηκε και τότε, στην κορύφωση του τραγουδιού έμεινε καθισμένη, με ελάχιστο αέρα στα πνευμόνια αλλά και κάπως ελεύθερη, κάπως σαν αφημένη στο χαλασμό.

Το τραγούδι τελείωσε και άρχισε άλλο αλλά δεν άκουγε. Είχε ξαπλώσει στο χαλί, με το κεφάλι της στο πλάι ακουμπισμένο στην τσάντα κι έκατσε εκεί ακίνητη, μόνο ως αναπνέον σώμα. Άρχισε ξανά να σκέφτεται το οτιδήποτε μετά από αρκετή ώρα. Κατάλαβε ότι έπρεπε (ή θέλησε) κάποια στιγμή να σηκωθεί. Να πάει μέχρι το κρεβάτι να ξαπλώσει. Πρώτα ένοιωσε την τσάντα στο κεφάλι της, μετά άρχισε να κουνάει τα άκρα της και λίγο μετά,στο κρεβάτι, έβγαλε τα παπούτσια και το πανωφόρι και ξάπλωσε . Κοιμήθηκε αμέσως και ήσυχα , χωρίς να πάρει το βραδινό της χάπι. 

Το άλλο πρωί ξύπνησε νωρίς, ντύθηκε μηχανικά, έφτιαξε ένα καφέ για το δρόμο και ξεκίνησε. Στο αμάξι μέχρι τον Πειραιά σκεφτόταν χιλιάδες ασύνδετα πράγματα, χαζούς συνειρμούς, τον καιρό, κάτι κορίτσια στο φανάρι ("δεν έχει τίποτα σημασία, εδώ να παρκάρεις") . Είδε από μακρυά μια καφετέρια («εκεί να κάτσεις, να πάρεις έναν καφέ και να περιμένεις, έχεις οπτικό πεδίο; Έχεις, θα περιμένεις μέχρι να περάσει. Σίγουρα θα τον δεις, έχει καλή θέση εκείνο το τραπέζι»  ). Προχωρούσε σταθερά και όταν έφτασε στο τραπέζι, έστρωσε τα ρούχα της πριν καθίσει και κοίταξε να βολευτεί στην καρέκλα. Βγάζοντας το κινητό από την τσάντα, είδε το μικρό ασημένιο δαχτυλίδι. Το έβγαλε και το φόρεσε στον αριστερό δείχτη. Πάλι δεν σκεφτόταν τίποτα . Πριν παραγγείλει καφέ μόνο,  «να κάτσεις και να περιμένεις. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο από σένα παρά να κάτσεις και να περιμένεις. Χθες, ήταν ο πόνος, τώρα είναι ο φόβος. Σε κάθε ένα, περνάς από μέσα του, αρκεί να περιμένεις. Εσύ απλώς να περιμένεις» . Παρήγγειλε λοιπόν τον καφέ και περίμενε.
Να περάσει. 





 







Δεν είμαι εγώ αυτή που βλέπεις.
Τα μάτια, τα μαλλιά, το σώμα
Δεν είμαι εγώ αυτή που βλέπεις
Τα γέλια, τα φιλιά, τα δάκρυα

Δεν είμαι εγώ αυτή που βλέπεις
οι μέρες, οι γιορτές, οι παραστάσεις
Δεν είμαι εγώ αυτή που βλέπεις
οι λέξεις, οι υποσχέσεις, τα παινέματα

Δεν είμαι εγώ αυτή που βλέπεις
δεν είμαι εγώ αυτό που βλέπεις
δεν είσαι εσύ αυτός που κοιτά

ταημ


Στη σχέση αίτιου/αιτιατού, η δράση ή η έλλειψη δράσης είναι απολύτως συνυφασμένες με το αποτέλεσμα. Ένα ή μια αλυσίδα γεγονότων ή καταστάσεων που μεταβάλουν την πραγματικότητα.
Ο χρόνος κι εδώ είναι το "κλειδί" και η ακολουθία βασικό στοιχείο.






can and will be used


H Selfie

Ανέβηκε τα σκαλιά ένα-ένα με το αγκομαχητό να αρχίσει να γίνεται εμφανές και ενοχλητικό. Πρόσεχε πάντα την εμφάνισή της και τον τρόπο που κουνιόταν και περπάταγε. Στην ηλικία της, οι μικρές λεπτομέρειες ήταν αυτές που πρόδιδαν αυτό που ήθελε να κρατήσει μυστικό. Είχε γεράσει.

Δυσκολευόταν πια να περπατήσει με λίγο τακούνι και για να σηκωθεί από τον καναπέ έπρεπε να βοηθήσουν και τα χέρια , να σπρώξουν την πονεμένη μέση της. Οι ώμοι δεν στήριζαν ούτε αυτοί όπως παλιά και όλα μαζί την δυσκόλευαν τόσο που πια δεν μπορούσε εύκολα να το κρύψει.

Στη γειτονιά την ήξεραν ως "η Ματίνα η τρελή". Τα παιδιά συχνά της φώναζαν στο μπαλκόνι "Ματίνα Ματίνα είσαι σαν καμπίνα". Κι εξαγριωνόταν η Ματίνα, και πετάγονταν οι φλέβες της στο κούτελο και ούρλιαζε στα καλόπαιδα, κατάρες και βρισιές. Και γέλαγαν τα παιδιά και τρέχανε ευτυχισμένα.

Πριν 2 μήνες η Ματίνα έβαψε και τα μαλλιά της ξανθά. 5 τρίχες είχε όλες κι όλες κι αυτές ξασμένες αλλά κάπου άκουσε πως στον Θανάση αρέσουν οι ξανθές και αναθάρρησε. Πήρε λοιπόν δανεικά από τη μάνα της, έκλεισε ραντεβού σε μια φίλη της κομμώτρια και μετά από 2 ώρες έγινε μια ξανθιά "οπτασία" έτοιμη να σαγηνεύει το Θανάση. Μεγάλος ο έρωτάς της για το Θανάση. Μεγάλος κι ανεκπλήρωτος. Τα βράδια τον σκεφτόταν, τα μεσημέρια τον σκεφτόταν, κάθε τρεις και λίγο στο μυαλό της ήταν ο Θανάσης σαν χαλασμένο δόντι που την πονάει ελαφριά αλλά σταθερά. Από τότε που τον πρωτοείδε - πριν 18 χρόνια- τον ερωτεύτηκε και δεν έπαψε ποτέ να τον περιμένει. Τα καλοκαίρια βαφόταν, καλοπιζόταν, φορούσε το ειδικά κρατημένο για την περίσταση λουλουδάτο μπλουζάκι (της μάνας της ήταν από τις ρομαντικές εποχές, τότε που οι κλαρωτές οι φούστες και τα λουλουδάτα μπλουζάκια ήταν της μόδας) και πήγαινε και στηνόταν έξω από τη δουλειά του. Δήθεν τυχαία να τον πετύχει. Τον πετύχαινε που και που και κατάφερνε από μια λέξη, από ένα βλέμμα, να πλάσει μια ολόκληρη ιστορία στο διαταραγμένο κεφάλι της για να την πει μετά στη γειτονιά και να κάνουν όλοι ότι την πιστεύουν.

Την προπερασμένη βδομάδα η κυρά Τασία από τη διπλανή αυλή της φώναξε "μωρή Ματίνα τι έγινε; Πότε θα μας γνωρίσεις το Θανάση;" και γέλια πνιχτά μέσα απ'τα παράθυρα οι άλλες γειτόνισσες κι ο άντρας της Κα Τασίας να φωνάζει "Άστην την κακομοίρα βρε Τασία, κρίμα άρρωστη γυναίκα". Και μαζευόταν η Ματίνα κι έκλαιγε κρυφά και έπλαθε κι άλλες ιστορίες στο μυαλό της, εκδίκησης και μεγαλείου και δικαίωσης και "θα σας δείξω εγώ, σε όλους! θα τρίβετε τα μάτια σας, εγώ θα γελάσω τελευταία!" Και κόντρα σχέδια στο μυαλό και όλα με εκείνη στο τέλος να γελάει τελευταία. Πέρναγαν οι μέρες και τα χρόνια από πάνω της έτσι, με φαντασίες και πειράγματα, πότε αθώα και πότε όχι.

Μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με φρεσκοβαμμένο μαλλί, με τη λουλουδάτη μπλούζα, με μια σακούλα σπόρια που συνήθιζε να μασουλάει και με καινούργιες ανατομικές σαγιονάρες από το φαρμακείο να μπορεί να περπατάει ανάλαφρη, πήγε και στήθηκε αποφασισμένη έξω από το γραφείο του Θανάση. Περίμενε πως θα στηθεί αρκετή ώρα εκεί και ήταν προετοιμασμένη για αυτό. Είχε καταστρώσει το τέλειο σχέδιο που θα τους έκλεινε επιτέλους τα στόματα, να δουν πως δεν είναι τρελή, να γελάσει αυτή τελευταία. Έβγαλε το κινητό από την φθαρμένη τσάντα, βεβαιώθηκε ότι θυμάται πως ανοίγει η φωτογραφική μηχανή και περίμενε υπομονετικά πότε θα βγει ο Θανάσης. Και να γελάει μέσα της χαρούμενη και να γυρνάει το κεφάλι δώθε-κείθε χαριτωμένα και ανυπόμονα, και να ρίχνει και κάνα λιόσπορο στα περιστέρια. Και βγαίνει ο Θανάσης και η καρδιά της πάει να σπάσει - αχ θα προλάβαινε; θα βγει όμορφη και νέα; όλα θα πάνε κατ'ευχήν,έχει το δίκιο με το μέρος της. Σηκώνει απότομα το κινητό και με το χέρι ψηλά καταφέρνει να βγάλει τον εαυτό της και από πίσω το Θανάση να περνάει κοιτώντας με ενδιαφέρον τα κορδόνια του. Κλικ. Γύρισε το κεφάλι ο Θανάσης. Κλικ. Χαμογέλασε πιο πλατιά η Ματίνα. Κλικ. Γυρνάει ότι δήθεν τον φωνάζει. Κλικ. Γελάει ο Θανάσης. Κλικ
- Καλημέρα Ματίνα
- Καλημέρα Θανάση (κι εγώ σ'αγαπώ)

Μα είναι ευτυχισμένη και τα κατάφερε! θα σκάσουν οι γειτόνισσες, θα βουλώσουν πολλά στόματα, θα δικαιωθεί επιτέλους και τα παιδιά δεν θα την πειράζουν.
Η μάνα της στο σπίτι βόγκαγε πάλι από τους πόνους και την άκουσε από την γωνία να φωνάζει δυνατά "Μωρή Ματίνα; που γυρίζεις πάλι μωρή αλλοπαρμένη; Ματινααααα;" αλλά σήμερα τίποτα δεν την ένοιαζε. Ούτε η μάνα, ούτε τα πειράγματα, ούτε τα πόδια που δεν την κράταγαν ν'ανέβει τα λίγα σκαλιά για το σπίτι. Κι έκανε και τόση ζέστη, και το μακιγιάζ της δεν θα κράταγε για πολύ ακόμα, έπρεπε να φτάσει σπίτι, να δροσιστεί και να δει τις φωτογραφίες με τον αέρα της νικήτριας. Βόλεψε τη μάνα της γρήγορα-γρήγορα μ'ενα ουρλιαχτό και κάνα δυο κατάρες μαζεμένες (στάσου ακίνητη, στάσου εκεί να πέσει απάνω σου η κατάρα μου, κακούργα μάνα, Μήδεια, στάσου εκεί να σε βρει ο κεραυνός του Δία - η εκδίκηση της Ήρας. Κακούργα μάνα). Η μάνα δεν σταμάταγε και η Ματίνα αναγκάστηκε να πάρει πιο δραστικά μέτρα.
Στάθηκε στην μέση του δωματίου κοιτώντας ανατολικά, καθάρισε με τα χέρια τον αέρα σαν να κυνηγούσε 2 αόρατους δράκους και απήγγειλε με δυνατή φωνή:

Καρφώνω το μυαλό σου και τρυπάω το λογισμό σου
Αναστασία γέννα της Μαλαματίνας
να σκέφτεσαι και να κάνεις μόνο αυτό που σου λέω εγώ
Αναστασία γέννα της Μαλαματίνας
είτε είσαι ξύπνια είτε κοιμάσαι θα σκέφτεσαι αυτό που σου είπα
γι’αυτό κάντο! Κάντο! Κάντο τώρα!

Αναστασία ήταν η μάνα της. Στάσα την φώναζαν αλλά στις κατάρες και στις ευχές πάντα μπαίνουν τα βαφτιστικά - όλοι το ξέρουν αυτό. Και τη γιαγιά της Μαλαματίνα,σαν την ίδια. Και επιτέλους σταμάτησε τα βογγητά και τις φωνές. Μα πάντα πιάνει αυτό το ξόρκι, ποτέ δεν την πρόδωσε, ποτέ. 

Έβγαλε τα παπούτσια και σωριάστηκε -επιτέλους- στο κρεβάτι . Το κινητό που ήταν; που είναι ο θησαυρός; α ναι, νάτο στο μπροστά τσεπάκι. Με λαχτάρα είδε μία-μία τις φωτογραφίες και με ανακούφιση διάλεξε δύο . Μια που φαινόταν το χαμόγελο του Θανάση και το μισό της πρόσωπο και μια άλλη που ήταν προφίλ και κυμάτιζαν 3 ξανθές τούφες, με το Θανάση πάλι πίσω να κοιτάει προς το μέρος της. Ευτυχία, ανακούφιση και λαχτάρα. Ήταν όμορφη και ο Θανάσης δίπλα της. Σχεδόν της ακουμπούσε τα ξέμπλεκα μαλλιά - μα πόσο όμορφη είναι με το ξανθό, σκέφτηκε, πόσο ταιριάζουν με το Θανάση. Το απόγευμα θα πήγαινε στην Τασία δίπλα, δήθεν να πάρει ένα σκόρδο. Πολύ της "έμπαινε" η Τασία, λες και ήταν ίσα κι όμοια. Σήμερα θα την έβαζε στη θέση της όμως, θα της έκλεινε το στόμα μια και καλή, θα γελούσε επιτέλους τελευταία. Ήταν ευτυχισμένη. Τα μάτια βάραιναν από τη ζέστη και την κούραση αλλά δεν την ένοιαζε.
Βολεύτηκε καλύτερα στο κρεβάτι, γύρισε πλάγια, σαν βρέφος και έκλεισε για λίγο τα μάτια να ξεκουραστεί. Κι έτσι, σαν παιδάκι, με την σκέψη και τη μυρωδιά του Θανάση στα ρουθούνια, με την περηφάνια της φτερωτής νίκης στην ψυχή, με τα παιδιά να την χαιρετούν με θαυμασμό και τις γειτόνισσες να την κοιτάνε με ζήλια, έπιασε το χέρι του Θανάση και προχώρησαν μαζί, μέχρι που πια δεν έβλεπε τα κορμιά τους. Μέχρι που όλα τα κάλυψε βαρύ σκοτάδι και άπνοια. Μέχρι που αποκοιμήθηκε με την μεταλλική γεύση του λίθιου και την γλυκιά μυρωδιά του Θανάση. Και γέλασε, πλατιά και λαμπερά. Γέλασε τελευταία.




Από το Blogger.

Disclaimer

I would like to apologize to anyone I have not offended. Please be patient. I will get to you shortly.

Φίλοι και γνωστοί

Αρχείο

Αναγνώστες

Follow by Email

eXTReMe Tracker






.